Μια από τις πιο μαύρες σελίδες του Εθνικού διχασμού

«Γεγονότα Νάξου έθλιψαν ημάς. Αποστείλατε ενισχύσεις εις μαχόμενους άνδρας μας κατά επιστράτων Νάξου. Ανάγκη αποσπάσωμεν ωραίαν νήσον από Κράτος προδοτών Αθηνών. Μη φεισθήτε ουδενός»
~Τελεσίγραφο Ελευθερίου Βενιζέλου~
Περίπου τέτοιες μέρες πριν 109 χρόνια,
2 Ιανουαρίου του 1917, όταν ο άνεμος του Εθνικού Διχασμού σάρωνε την Ελλάδα, το ορεινό χωριό της Απειράνθου στη Νάξο βάφτηκε με αίμα. Εκεί, όπου για αιώνες αντηχούσε ο ήχος της πέτρας και της προσευχής, ακούστηκε για πρώτη φορά το κροτάλισμα των όπλων εναντίον αμάχων. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά και γέροντες άνθρωποι του μόχθου, της πίστης και της σιωπηλής αξιοπρέπειας έπεσαν κάτω από τα πυρά Ελλήνων στρατιωτών.
Η εντολή ήρθε άνωθεν. Στον βωμό της πολιτικής εμμονής, του φανατισμού και της ψευδούς «εθνικής σωτηρίας», μια ολόκληρη κοινότητα πλήρωσε το τίμημα της ανεξαρτησίας της σκέψης της. Ο υπολοχαγός Σαμαρτζής, εκτελώντας το διατακτικό του στρατιωτικού διοικητή Νικόστρατου Καλομενόπουλου, έστρεψε τα όπλα του εναντίον άοπλων συμπατριωτών. Ο ίδιος ο Καλομενόπουλος θα λογοδοτούσε αργότερα εγγράφως, δηλώνοντας με ψυχρότητα ότι «οι εκτελέσεις ήσαν αναγκαίαι», ενώ οι Απειράνθιοι «αντελήφθησαν το σφάλμα των».
Μα ποιο ήταν το σφάλμα τους; Ότι δεν ύψωσαν πανηγυρικά τη σημαία της Θεσσαλονίκης; Ότι δεν δήλωσαν υποταγή στην «Εθνική Άμυνα» του Ελευθερίου Βενιζέλου; Ο Βενιζέλος, ο άνθρωπος που διακήρυττε την πρόοδο και την αναγέννηση του έθνους, έφερε τότε το βάρος μιας απόφασης που στοίχισε την τιμή του ελληνισμού. Από τη Θεσσαλονίκη, όπου είχε ιδρύσει την κυβέρνησή του, απέστειλε τηλεγράφημα: «Γεγονότα Νάξου έθλιψαν ημάς… Μη φεισθήτε ουδενός». Και πράγματι, δεν φείστηκαν.
Για δεκαπέντε λεπτά, οι πέτρες της Απειράνθου ποτίστηκαν από αίμα,σφαίρες και
. Οι κάτοικοι σήκωσαν λευκή σημαία, μα η εκδίκηση δεν σταμάτησε. Οι στρατιώτες της Αμύνης λεηλάτησαν, πυρπόλησαν, εκτέλεσαν. Εγκυμονούσες γυναίκες, παιδιά δεκατριών ετών, υπερήλικες με ρυτίδες τιμής όλοι έγιναν απλοί αριθμοί σε στρατιωτική αναφορά.
. Οι κάτοικοι σήκωσαν λευκή σημαία, μα η εκδίκηση δεν σταμάτησε. Οι στρατιώτες της Αμύνης λεηλάτησαν, πυρπόλησαν, εκτέλεσαν. Εγκυμονούσες γυναίκες, παιδιά δεκατριών ετών, υπερήλικες με ρυτίδες τιμής όλοι έγιναν απλοί αριθμοί σε στρατιωτική αναφορά.Όταν Άγγλος ιατρός του ναυτικού επισκέφθηκε τον τόπο, είπε στον επικεφαλής των εκτελεστών:
«Διατί εφονεύσατε άοπλους; Αν ήσασταν υπό αγγλικήν δικαιοσύνην, θα είχατε ήδη κρεμασθεί».
Μα στην Ελλάδα του Διχασμού δεν υπήρχε δικαιοσύνη υπήρχε μόνο το πάθος του μίσους. Η σφαγή της Απειράνθου δεν ήταν απλώς ένα στρατιωτικό «επεισόδιο». Ήταν το ηθικό ναδίρ ενός έθνους που έσφαζε τα παιδιά του στο όνομα της πατρίδας.
Η ιστορία δεν ζητά εκδίκηση, ζητά μνήμη και αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι πως η Απείρανθος πλήρωσε το τίμημα της ανεξαρτησίας της όχι απέναντι σε ξένους δυνάστες, αλλά απέναντι σε αδελφούς, παρασυρμένους από την τύφλωση της πολιτικής.
Σήμερα, η σιωπή των νεκρών της Απειράνθου μας καλεί να θυμόμαστε. Να θυμόμαστε πως καμία ιδεολογία, κανένας ηγέτης, κανένα κόμμα δεν αξίζει την ψυχή του λαού. Να θυμόμαστε πως ο Εθνικός Διχασμός δεν υπήρξε ούτε ένδοξος ούτε αναγκαίος,υπήρξε βαθύ τραύμα, και το αίμα των Απειρανθίων το σφράγισε για πάντα.
Δύο χρόνια πριν, όταν επισκέφθηκα το πανέμορφο χωριό της Απείρανθου , ένιωσα την ιστορία να με αγκαλιάζει και να με βαραίνει ταυτόχρονα. Δεν ήξερα πώς να την εξηγήσω στα παιδιά μου . Πώς να μιλήσω για το αίμα και τη βία, για τον αδελφό που σήκωσε όπλο εναντίον αδελφού; Τους έδειξα τα πέτρινα καλντερίμια , τα παλιά σπίτια, τον αέρα που ψιθύριζε μνήμες , και προσπάθησα να τους μεταφέρω τη σοφία που έχω καταλήξει εδώ και καιρό,ότι η ιστορία σε ανάλογες περιπτώσεις δεν είναι μόνο πόνος, είναι μάθημα. Μαθαίνουμε να θυμόμαστε, να σεβόμαστε, να αγαπάμε και να μην αφήνουμε κανένα μίσος να χωρίζει τον άνθρωπο από τον άνθρωπο.

Στυλ. ΚαβάζηςΣΗΜΕΙΩΣΗ
Εχει σημασια να γνωριζουμε οτι ο βενιζελος ξεκινησε τον διχασμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου