ΒΑΣΙΛΕΙΑ - ΕΘΝΑΡΧΙΑ

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β ΄ ΑΔΙΚΑ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ . ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΟΜΩΣ ΠΑΝΤΟΤΕ Ο ΗΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΕΘΝΑΡΧΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ.ΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΡΑΤΗ Η ΡΩΜΕΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

KING CONSTANTINE ΙΙ EXTRACTED OF HIS THRONE UNFAIRLY . BUT ALWAYS REMAIN THE NATIONAL LEADER. THE NATIONAL ROLE OF THE KING IS INDEPENDENT FROM THE HEAD OF THE STATE. KING IS ALWAYS THE FATHER OF THE NATION. WITH MONARCHY BECOME VISIONABLE THE ROMAN FOLLOWING OF THE GREEK NATION.

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΥΡΕΟΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ   ΘΥΡΕΟΣ
ΙΣΧΥΣ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

Πώς και γιατί 7.000 Έλληνες Στρατιωτικοί Βρέθηκαν στην Γερμανική Πόλη Γκέρλιτς Μεταξύ 1916 και 1919.Εξ αιτιας του Βενιζελου.



Στις 03 Αυγ1915 γίνεται γνωστή στην Ελλάδα η πρόταση Συμφωνίας τής Γερμανίας προς την βουλγαρία, η οποία περιλάμβανε επιθετικές ενέργειες των βούλγαρων προς την Σερβία. Οι δήθεν «σύμμαχοι» τής ΑΝΤΑΝΤ από την πλευρά τους, είχαν ζητήσει από τον Βενιζέλο να δεχτεί την προσάρτηση τής Δράμας και τής Καβάλας στην βουλγαρία, γιά να την δελεάσουν και να μην πραγματοποιηθεί η συμφωνία με τους Γερμανούς. Περίπου έναν μήνα μετά, Γερμανοί και βούργαροι θα υπογράψουν την σχετική Μυστική Συνθήκη.
04 Αυγ 1915 η ΑΝΤΑΝΤ με ανακοινωση της μονομερως παραχωρει την Καβαλα στην Βουλγαρια. Παραιτειται ο Γουναρης και αναλαμβανει ο Βενιζελος.
05 Αυγ 1916 Γερμανοί και Βούλγαροι εισβάλλουν στην χώρα μας περνώντας από τα σύνορα τής βορείου Ελλάδος και συγκεκριμένα τής Κεντρικής Μακεδονίας.Την ημέρα της βουλγαρικής διελευσης-εισβολής (η γερμανική συμμετοχή στο μέτωπο περιορίστηκε στην παρουσία ενός ή δύο αξιωματικών – συνδέσμων) οι πρέσβεις Γερμανίας και Βουλγαρίας επέδωσαν ταυτόσημη ανακοίνωση στην οποία επαναλαμβάνονταν τα εξής:
α) η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας θα ήταν απολύτως σεβαστές,
β) τα στρατεύματα θα εγκατέλειπαν το ελληνικό έδαφος όταν θα εξέλιπαν οι στρατιωτικοί λόγοι,
γ) οι ατομικές και θρησκευτικές ελευθερίες και οι ιδιοκτησίες των κατοίκων θα ήταν σεβαστές και
δ) θα καταβάλλονταν αποζημιώσεις για τυχόν ζημιές που θα προκαλούσαν τα στρατεύματα κατοχής.
Την 16 Αυγ 1916 εκδηλωθηκε το Κίνημα Εθνικής Αμύνης που ήταν στρατιωτικό-πολιτικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Μακεδονία, στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη, στις 16/29 Αυγούστου 1916. Αρχηγός του κινήματος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και είχε την υποστήριξη της Αντάντ. Απο τις 16 Αυγ 1916 η Ελλαδα του Βενιζελου ηταν εχθρος της Γερμανιας οποτε οι Βουλγαροι και οι Γερμανοι αρχισαν να αντιμετωπιζουν τους Ελληνες Ανατολικης Μακεδονιας ως εχθρους. Αρχισαν οι εκτελεσεις ,η πεινα ,οι φυλακισεις κλπ. Μεχρι την 16 Αυγ 1916 οι Γερμανοι και οι Βουλγαροι σεβομενοι την συμφωνια της 05 Αυγ1915 ,που υπεγραψαν με την ελληνικη κυβερνηση των Αθηνών δεν προεβησαν σε δολοφονιες κλπ κατα των Ελληνων της Ανατολικης Μακεδονιας.
Η ελληνική κυβέρνηση με επικεφαλής τον μετριοπαθή και αποδεκτό από την Αντάντ Αλέξανδρο Ζαΐμη περιορίστηκε σε τυπικές μόνο διαμαρτυρίες, ζητώντας να παραμεινουν οι Ελληνικες Αρχες στις κατεχόμενες περιοχές κάτι που έγινε αμέσως αποδεκτό. Επίσης το Βερολίνο έδωσε και την πρόσθετη υπόσχεση ότι θα κάνει ό, τι είναι δυνατό για να αποτρέψει τυχόν έκτροπα των Βούλγαρων σε βάρος των Ελλήνων.
Το Δ’ Σώμα Στρατού παρά το ότι ήταν πλαισιωμένο από σύγχρονες μονάδες ορεινού και πεδινού πυροβολικού με ιππικό και με όλα τα συνήθη για την εποχή μάχιμα και βοηθητικά τμήματα ήταν πλήρως αποκομμένο από τον κορμό της υπόλοιπης Ελλάδας λόγω της απαιτησης των συμμαχικών στρατευμάτων της Ανταντ.
Στις 17 Αυγ 1916 μετα το κινημα του Βενιζελου και την εγκατασταση της κυβερνησης μαριονετας στην Θεσσαλονικη οι Γερμανοι αποφασισαν να καταλαβουν την Ανατολικη Μακεδονια διοτι πλεον η κυβερνηση μαριονεττα του Βενιζελου ηταν αγγλοφιλη και επισημα πλεον εχθρος της Γερμανιας. Παρολα αυτα οι γερμανοι παλι υποσχεθηκαν οτι δεν θα πειραξουν κανεναν αμαχο.
Εν τω μεταξυ η Αντάντ θεωρώντας ότι οι κινήσεις του βουλγαρικού στρατού αποτελούσαν προσυμφωνημένη συμπαιγνία μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου κήρυξε τον αποκλεισμό της Καβάλας από τον βρετανικό στόλο και κατέσχεσε τον μοναδικό ασύρματο της διοίκησης του Δ’ Σώματος Στρατού. Βεβαια αυτη η υποτιθεμενη συμπαιγνια δεν ισχυε ,δεν υπηρχαν περι τουτου αποδειξεις αλλα οι εισηγησεις του Βενιζελου προς τους πρεσβεις των Αγγλογαλλων εριχναν καθε φορα τα βαρη και τις ευθυνες στην κυβερνηση των Αθηνών.
Επισης ειναι σκοπιμο εδω να αναφερουμε οτι πρωτοι οι Αγγλογαλλοι αρχισαν την εισβολη στο ελληνικο εδαφος οταν αυθαιρετα κατελαβαν εδαφη στη Δοιρανη και οταν κατελαβαν την Κερκυρα. Βλεποντας αυτα οι Γερμανοι ζητησαν να εχουν την ιδια μεταχειρηση . Ετσι ζητησαν να καταλαβουν προσωρινα το Ρουπελ οπως κατέλαβαν οι Αγγλογαλλοι την Δοιρανη και την Κερκυρα. Αυτο το γεγονος ομως οι βενιζελικοι το αποσιωπουν. Αν δεν εστηνε την κυβερνηση ανδρεικελων ο Βενιζελος στην Θεσσαλονικη σφαγες Ελληνων δεν θα γινονταν στην Ανατολικη Μακεδονια και στην Θρακη.
Η κατάσταση στην Καβάλα ήταν στο μεταξύ δραματική. Χιλιάδες πρόσφυγες έφταναν στην πόλη από τις Σέρρες, τη Δράμα και τα γύρω χωριά. Ο Χατζόπουλος απηύθυνε απεγνωσμένες εκκλήσεις προς την Αθήνα για συγκέντρωση τροφίμων προς τους πληθυσμούς αυτούς αλλά και την προστασία των ανδρών του Δ’ Σώματος Στρατού. Οι Στρατάρχες Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφ που είχαν μόλις αναλάβει την ηγεσία του γερμανικού στρατού ενημέρωσαν τη βουλγαρική ηγεσία ότι η Αντάντ ετοίμαζε απόβαση στην Καβάλα και ζήτησαν να εμποδίσουν οι Βούλγαροι τους Έλληνες στρατιώτες από τη Δράμα και τις Σέρρες να φτάσουν στην Καβάλα, να υποχρεώσει τον Ελληνικό Στρατό να απομακρυνθεί από την Καβάλα προς την ενδοχώρα και να διακόψει κάθε επικοινωνία της μακεδονικής πόλης με την Αθήνα.
Ο απεσταλμένος του Χίντενμπουργκ Ταγματάρχης φον Σβάινιτς επισκέφθηκε τον Χατζόπουλο και του ζήτησε να εγκαταλείψει την πόλη καθώς σε περίπτωση άρνησης το βουλγαρικό πυροβολικό που είχε περικυκλώσει την πόλη θα ξεκινούσε «αμέσως πυρ εναντίον της Καβάλας». Κάτω από την πίεση των γεγονότων ο Χατζόπουλος απευθύνθηκε προσωπικά στον Γερμανό Στρατάρχη ζητώντας τη μεταφορά του Δ’ Σώματος Στρατού μαζί με τον εξοπλισμό του στη Γερμανία όπου θα παρέμενε ως το τέλος του πολέμου υπό καθεστώς «φιλοξενίας» αφού η Ελλάδα διατηρούσε τυπικά την ουδετερότητα της.
Περιμένοντας την απάντηση του Χίντενμπουργκ ο Χατζόπουλος με τη σύμφωνη γνώμη του επιτελείου του ήρθε σε επαφή και με τους Βρετανούς για παράδοση του Σώματος στην Αντάντ με την προϋπόθεση της μεταφοράς του σε λιμάνι της Παλαιάς Ελλάδας. Προεξοφλώντας τη θετική απάντηση των Βρετανών ο Χατζόπουλος έδωσε εντολή στους άνδρες του με πλήρη οπλισμό και εξάρτυση να παραταχθούν κατά μήκος της προκυμαίας αναμένοντας τα βρετανικά πλοία. Αυτό έγινε τη νύχτα της 28ης προς 29η Αυγούστου (10 προς 11 Σεπτεμβρίου) 1916. Όταν έφτασαν τα τρία ατμοκίνητα βρετανικά μεταγωγικά χωρητικότητας το πολύ 2.000 ατόμων, οι Βρετανοί πλοίαρχοι μαζί με νεαρούς αξιωματικούς της Εθνικής Άμυνας (κυβερνηση ανδρεικελων Βενιζελου) άρχισαν να χειρίζονται κατά το δοκούν τη διαδικασία της επιβίβασης. Μέσα σε άγρια σύγχυση και διαπληκτισμούς ο Χατζόπουλος με το επιτελείο του προσέγγισε με λέμβο βρετανικό πολεμικό πλοίο και προσπάθησε να ανέβει. Ο Άγγλος πλοίαρχος όμως μέσω νεαρού αμυνίτη αξιωματικού απαγόρευσε την επιβίβαση του Χατζόπουλου ως «ανεπιθύμητου» καθώς τα πλοία προορίζονταν αποκλειστικά μόνο για τους «εθελοντές της Εθνικής Αμύνης». Έξαλλος ο Χατζόπουλος επέστρεψε στην προκυμαία και απαγόρευσε την επιβίβαση των ανδρών που διατάχθηκαν να επιστρέψουν στους στρατώνες τους και η έξοδος στην πόλη απαγορεύτηκε.
Όπως γράφει ο Γεράσιμος Αλεξάτος «… τη μοιραία εκείνη νύχτα, τα λιγοστά πολεμικά που κατέπλευσαν στο λιμάνι (της Καβάλας) δεν είχαν έρθει για την παραλαβή ολόκληρου του Σώματος όπως νόμιζε ο Χατζόπουλος αλλά ήταν επιταγμένα από την κυβερνηση ανδρεικέλων της Θεσσαλονίκης. Η σύγκρουση ήταν αναπότρεπτη και το σκηνικό χάους στο λιμάνι της Καβάλας ήταν ήδη προδιαγραμμένο». Στην πόλη επικράτησε πανικός. Λιποτάκτες στρατιώτες και άμαχοι, ντόπιοι και πρόσφυγες, ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα έτρεχαν αλλόφρονες να ανέβουν στα λιγοστά πλοία. Όσοι τα κατάφερναν δέχονταν από την παραλία πισώπλατους πυροβολισμούς. Βάρκες γεμάτες από κόσμο έμεναν ακυβέρνητες και παρασύρονταν από τα ρεύματα. Οι ελάχιστοι που έφταναν στα ατμόπλοια προσπαθούσαν απεγνωσμένα να δέσουν τις βάρκες, τα σχοινιά όμως κόβονταν και οι λέμβοι ανατρέπονταν. Οι φυλακές άνοιξαν και εξαγριωμένα πλήθη ξεχύθηκαν στους δρόμους λεηλατώντας εγκαταλελειμμένα σπίτια και καταστήματα.
Πυροβολισμοί ακούγονταν όλη τη νύχτα. Τα ίδια έγιναν και την επόμενη ημέρα. Με τις τραγικές εικόνες στο λιμάνι της Σμύρνης το 1922 συγκρίνει ο Γ. Αλεξάτος όσα έγιναν τότε στο λιμάνι της Καβάλας…
Στις 29 Αυγούστου/11 Σεπτεμβρίου ο Ταγματάρχης Σβάινιτς παρέδωσε την απάντηση του Χίντενμπουργκ. Η επιθυμία του Χατζόπουλου γινόταν αποδεκτή. Το Σώμα με τον βαρύ οπλισμό του θα μεταφερόταν στη Γερμανία χωρίς κανένα βουλγαρικό έλεγχο. Οι άνδρες δεν θα ήταν αιχμάλωτοι αλλά «φιλοξενούμενοι» ενώ όλες οι λεπτομέρειες θα κανονίζονταν από κοινού με τον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο. Ενδιάμεσος σταθμός για τη συνάθροιση των μονάδων οριζόταν η Δράμα. Ο Γερμανός Στρατάρχης τόνιζε μεταξύ άλλων: «Γνωρίζω και εκτιμώ τα οδυνηρά συναισθήματα της αυτού εξοχότητας του Έλληνος διοικητού όστις ήτο αναγκασμένος να λάβει τοιαύτην σοβαράν απόφασιν χωρίς να δύναται να λάβει τας διαταγάς του ανωτάτου άρχοντος του στρατού του βασιλέως Κωνσταντίνου. Συμμετέχων θλίβω την χείραν αυτού συναδελφικώς. Φον Χίντενμπουργκ». Προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απόφαση του Χατζόπουλου ο συνεργάτης του Καράκαλος έγραψε μετά από χρόνια: «Δεν ηδύνατο όμως και να υποκύψει (το Δ’ Σώμα Στρατού) εις την θέλησιν νεαρού τότε υπολοχαγού (επρόκειτο για τον Δημήτριο Βακά που δεν επέτρεψε την επιβίβαση του Χατζόπουλου στο βρετανικό πλοίο) κατ’ ουδένα λόγον, ουδέν δικαίωμα έχοντος να χειρίζεται ζήτημα εθνικόν ως το εχειρίσθη… Πάντες οι λόγοι ούτοι εβάρυναν τόσον ώστε ο Χατζόπουλος δικαίως να προτιμήσει την ήττον (τη λιγότερο) οδυνηρόν λύσιν».
Ο Γερμανός υπολοχαγός Σμιτ που έζησε από κοντά τα γεγονότα θεωρεί ότι τα εγκάρδια λόγια του Χίντενμπουργκ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση των Ελλήνων. Ιδιαίτερα επαινετικός ήταν μάλιστα για τον επιτελάρχη Βαλέτα.
Ωστόσο ο Σβάινιτς θέλοντας να αποφύγει κάποια συνεννόηση της τελευταίας στιγμής του Χατζόπουλου με την Αθήνα, αξίωσε την άμεση, μέσα στη νύχτα, εκκένωση της Καβάλας και την παράδοση κατόπιν βουλγαρικών πιέσεων δύο Λόχων του Σώματος ως ομήρων. Οι ενστάσεις και οι διαμαρτυρίες του Χατζόπουλου δεν μετέπεισαν τον Γερμανό. Έτσι στις 11 μ.μ. της 29ης Αυγούστου/11ης Σεπτεμβρίου 1916 ολόκληρη η φρουρά Καβάλας ακολουθούμενη από τις οικογένειες των αξιωματικών ξεκίνησε με τα πόδια την πορεία προς τη Δράμα τον πρώτο σταθμό του ταξιδιού τους. Πίσω έμειναν οι κάτοικοι, οι πρόσφυγες, όσοι δεν πρόλαβαν να διαφύγουν καθώς και αποθήκες γεμάτες πανάκριβο στρατιωτικό υλικό, καπνά, ρουχισμό και τρόφιμα τα οποία λίγο αργότερα έπεσαν στα χέρια των εισβολέων…
Όπως σημειώνει ο Γ. Αλεξάτος, το Σώμα ακολούθησαν κρυφά και 20 περίπου πολίτες παρά τις αντίθετες διαταγές που εξέδωσε το Σώμα μετά από απαίτηση των Βούλγαρων. Μετά από συνεννόηση με Έλληνες αξιωματικούς φόρεσαν στρατιωτική στολή και εντάχθηκαν εικονικά σε Λόχους ακολουθώντας το Σώμα στη Γερμανία.


Μερικοί από αυτούς ήταν οι σπουδαίοι Μακεδονομάχοι όπως ο τότε κοινοτάρχης Ελευθερών Καβάλας Στέργιος Καραμπερίδης τον οποίο καταδίωκαν αμείλικτα εισβολείς και κομιτατζήδες. Κλείνοντας αναφέρουμε ότι στις 23 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι της Εθνικής Άμυνας (κυβερνησης ανδρεικελων του βενιζελου) στη Θάσο Ταγματάρχης Διονύσιος Σταυριανόπουλος και Υπολοχαγός Δημήτριος Βακάς, συνοδευόμενοι από τον Βρετανό υποπρόξενο στην Καβάλα G.G. Knox, συναντήθηκαν κρυφά έξω από την πόλη με τον Διοικητή της VI Μεραρχίας Συνταγματάρχη Νικόλαο Χριστοδούλου και τους Λοχαγούς Πεζικού Γεώργιο Κονδύλη και Παύλο Παλλίδη και συμφώνησαν τη μεταφορά της Μεραρχίας του, φιλοβασιλικού ως τότε, Χριστοδούλου με συμμαχικά πλοία στη Θεσσαλονίκη και την προσχώρησή της στην Εθνική Άμυνα. Το βράδυ της 27/28 Αυγούστου (9/10 Σεπτεμβρίου) συμμαχικά πλοία σταλμένα από τον Σαράιγ έφτασαν με σβησμένα φώτα στο λιμάνι της Καβάλας. Όμως οι προθέσεις του Χριστοδούλου και των ανδρών του έγιναν αντιληπτές και ένοπλοι άντρες, μετά από εντολή του Χατζόπουλου έφτασαν επειγόντως στην παραλία και εμπόδισαν την επιβίβασή τους.
Μόνο 15 αξιωματικοί και 50 στρατιώτες κατάφεραν να ανέβουν στα συμμαχικά πλοία και να περάσουν στη Θήβα. Οι άνδρες του Δ’ Σώματος Στρατού έφτασαν μετά από πολυήμερο ταξίδι στη γερμανική πόλη Γκέρλιτς όπου και εγκαταστάθηκαν ως το 1919.
https://www.protothema.gr/stories/article/1344114/o-ethnikos-dihasmos-pos-kai-giati-7000-ellines-stratiotikoi-vrethikan-stin-germaniki-poli-gerlits-metaxu-1916-kai-1919/
Αναρτήθηκε από ΑΝΤ. ΠΑΡΑΣΚΕΥ. 

Η προσφώνηση του Σεβ. Μητροπολίτη Σπαρτης κατά την τελετή εγκαινίων των Παλατιών στον Μυστρά 22 Μαΐου 2026

ΤΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΙ ΔΙΟΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ .
Ιστορικές στιγμές, με έντονο συμβολισμό και συγκίνηση, έζησε το απόγευμα της Πέμπτης 21 Μαΐου 2026 ο Μυστράς με την λαμπρή τελετή των εγκαινίων των έργων αποκατάστασης και της νέας μουσειακής έκθεσης στο Παλάτι των Δεσποτών στην βυζαντινή καστροπολιτεία.
Το ανακτορικό σύμπλεγμα, που δεσπόζει στα ονομαστά “Σαράγια της Βασιλοπούλας” πλήρως ανανεωμένο και, για πρώτη φορά, καθολικά προσβάσιμο, περιμένει το κοινό, διανθισμένο με μια πολυμεσική έκθεση, πλαισιωμένη κι από άλλες εκθεσιακές παρουσιάσεις, που αναβιώνουν λεπτομερώς σημαντικές και καθημερινές στιγμές από τη ζωή στα χρόνια, όπου μεγαλούργησαν οι τελευταίοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Το εξαιρετικά σημαντικό και μοναδικό στον ελλαδικό χώρο έργο, που εξακτινώνει το όνομα και τη σημασία της περιοχής ως πυλώνα πολιτιστικής δημιουργίας σε διεθνές επίπεδο, χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Πελοποννήσου.
Το εμβληματικό μνημείο αποδόθηκε στο κοινό από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και την Υπουργό Πολιτισμού κα Λίνα Μενδώνη. Στην τελετή του Αγιασμού προέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ευστάθιος, ο οποίος στην προσφώνησή του χαρακτήρισε τα εγκαίνια ως γεγονός παγκόσμιας πολιτιστικής εμβέλειας με διακριτό συμβολισμό, καθώς συνέπεσε με την ημέρα που η Ορθοδοξία τιμά τη μνήμη του Μεγάλου βασιλέως και Ισαποστόλου Αγίου Κωνσταντίνου, του οποίου το όνομα έφερε και ο γενναίος υπερασπιστής των ιερών και οσίων του Γένους, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η παρουσία και το ενδιαφέρον του Πρωθυπουργού και της Υπουργού Πολιτισμού, τόνισε ο σεπτός Ποιμενάρχης μας, υπογραμμίζουν τη σημασία που δίδει η Πολιτεία στην επανατοποθέτηση του Μυστρά στον διεθνή πολιτιστικό χάρτη. Η 21η Μαΐου, ημέρα των εγκαινίων, κατέληξε ο Σεβασμιώτατος, θα αποτελέσει ορόσημο για τον τόπο μας και τον απανταχού Ελληνισμό και θα συντελέσει στην επανασύνδεσή μας μ’ ένα από τα ισχυρότερα στοιχειά της εθνικής μας ταυτότητας και της ιστορίας μας.
Ακολούθησαν χαιρετισμοί και ομιλίες κατά σειρά από τους εξής: την Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λακωνίας κα Ευαγγελία Πάντου, την Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων Δρ. Ολυμπία Βικάτου, τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου κ. Δημήτριο Πτωχό, τον Δήμαρχο Σπάρτης κ. Μιχάλη Βακαλόπουλο, την Υπουργό Πολιτισμού κα Λίνα Μενδώνη και τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ιδιαίτερα ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, μιλώντας για την αποκατάσταση αυτή που επιτρέπει στον σύγχρονο επισκέπτη να βιώσει το μεγαλείο του τελευταίου σταθμού της αναλαμπής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τόνισε: πως “κάτω από τη σκιά του Ταϋγέτου νιώθουμε το βάρος της ιστορίας γιατί ο Μυστράς δεν είναι μόνο ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, που έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στο χρόνο και στο χώρο, αλλά και το σημείο όπου το δικό μας Βυζάντιο συνάντησε την αυγή της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας”.
Ακολουθεί το κείμενο της προσφώνησης του σεπτού Ποιμενάρχη μας κ. Ευσταθίου:
Ἐξοχώτατε Κύριε Πρωθυπουργέ,
Τά σημερινά μεγαλόπρεπα ἐγκαίνια τῶν ἀνακτόρων τοῦ Μυστρᾶ, ὕστερα ἀπό τή ριζική ἀνακαίνισή τους, εἶναι γεγονός παγκόσμιας πολιτιστικῆς ἐμβέλειας καί τήν ἀλήθεια αὐτή τήν ἐπισημοποιεῖ ἡ ὑψηλή παρουσία σας. Ὁ ἱστορικός καί προβεβλημένος τόπος μας ζεῖ μιά ἀπό τίς πιό ἐμβληματικές στιγμές τῆς ἱστορίας του.
Παρά τόν φόρτο τῶν ὑψηλῶν καί ὑπεύθυνων ὑποχρεώσεών σας καί μάλιστα σέ μιά περίοδο παγκόσμιας ἀναταραχῆς καί συγχύσεως, ἡ ἐπιλογή ἀπό μέρους σας τῆς συγκεκριμένης ἡμέρας φέρει τόν διακριτό συμβολισμό, καθώς συμπίπτει μέ τήν ἡμέρα πού ἡ φιλτάτη Ὀρθοδοξία μας τιμᾶ τή μνήμη τοῦ Μεγάλου βασιλέως καί Ἰσαποστόλου Ἁγίου Κωνσταντίνου, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἔφερε καί ὁ γενναῖος ὑπερασπιστής τῶν ἱερῶν καί ὁσίων τοῦ Γένους μας Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος. Ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου δοκίμασε ἐδῶ στόν Μητροπολιτικό Ναό τοῦ ἁγ. Δημητρίου τήν ὥρα τῆς στέψης του τήν πιό μεγάλη χαρά τῆς ζωῆς του ἀναμεμιγμένη μέ τήν προβλεπόμενη καί προγευόμενη ἀνείπωτη ὀδύνη γιά τό ἐγγύς μαρτυρικό καί ἡρωικό του τέλος.
Ἡ παρουσία σας καί τό ἐνδιαφέρον σας μαζί καί τῆς συγκυρηναίου ὑπουργοῦ πολιτισμοῦ κ. Λίνας Μενδώνη ὑπογραμμίζουν τή σημασία πού δίδει ἡ Πολιτεία στήν ἐπανατοποθέτηση τοῦ Μυστρᾶ στόν διεθνῆ πολιτιστικό χάρτη. Ἡ 21η Μαΐου, ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων, θά ἀποτελέσει ὁρόσημο γιά τόν τόπο μας καί τόν ἁπανταχοῦ ἑλληνισμό καί θά συντελέσει στήν ἐπανασύνδεσή μας μ΄ ἕνα ἀπό τά ἰσχυρότερα στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας καί τῆς ἱστορίας μας.
Γιά τούς λόγους αὐτούς καί ἄλλους πού ἄλλοι ἁρμόδιοι καί πιό εἰδικοί θά ἀναπτύξουν ἐκφράζουμε τήν ἀΐδιο εὐγνωμοσύνη μας γιά τήν ὑψηλή παρουσία σας καί σᾶς εὐχόμαστε ὑγεία ἀδιατάρακτη, παντοτινή τήν ἀναστάσιμη χαρά στήν ψυχή σας καί κάθε ἐπιτυχία στό ἔργο πού ἐπιτελεῖτε στούς ἀποκαλυπτικούς καιρούς μας.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

«Εθνική ενότητα: Αυτό που ξέρει να μας το δειχνει η Μοναρχία»

 Ι. Την "Εθνική Ενότητα" την  επικαλούμαστε σε ομιλίες, την αναφερουμε  σε κρίσεις, την διεκδικούμε όταν όλα παραπαίουν. Αλλά σπάνια αμφισβητούμε τι πραγματικά σημαίνει, ούτε δειχνουμε ποια ειναι τα θεσμικά όργανα εκεινα που θα ειναι ικανα να την  ενσαρκώσουν διαρκώς.
Η Ελλαδα , ωστόσο, βίωσε μια μορφή ενότητας που δεν σχετίζεται με την επικοινωνία, ούτε με την παροδικη κατάσταση. Υπηρχε περιοδος οπου η ενοτητα ηταν  μια ενσαρκωμένη, ορατή, συνεχή πραγματικοτητα. Μια μονάδα που είχε πρόσωπο.
 Η ενότητα δεν είναι σύνθημα, είναι αρχιτεκτονική.
Στη ελληνικη  ιστορία, η ενότητα δεν ήταν ποτέ μια απλή εντολή.
Βασίστηκε σε μια δομή: μια διαιτητική εξουσία επί των φατριών· ένα σταθερό σύμβολο, που περνούσε από γενιά σε γενιά· μια μακρά μνήμη, που δεν μπορουσε να αντικατασταθει.
Αυτό ήταν η μοναρχία: όχι ένα καθεστώς μεταξύ άλλων, αλλά η αρχή της ενότητας που ζωντανεύει.
Σε έναν κόσμο όπου τα πάντα καταρρέουν - γνώμες, ταυτότητες, υπάρχοντα - το ερώτημα δεν είναι νοσταλγικό. Είναι πολιτική με μια ευγενή έννοια: τι άλλο μπορεί να συγκεντρώσει έναν λαό που αμφισβητεί τον εαυτό του;
ΙΙ. Η μοναρχία δεν είναι παρελθόν: είναι η συνέχεια
Η μοναρχία δεν πάει προς τα πίσω.
Πρόκειται για μια δομή συνέχειας, σε εποχες όπου τα σύγχρονα καθεστώτα είναι δομές γεματες αντιθεσεις και φυγοκεντρες τασεις.
 Ένας βασιλιάς δεν αντιπροσωπεύει ένα στρατόπεδο, ένα κόμμα, μια περαστική πλειοψηφία. Αντιπροσωπεύει τη Ελλαδα  στο σύνολό της, στη διάρκειά της, στο βάθος της (Βασιλειο Αθηνων με τον Θησεα, βασιλειο Μακεδονων με τον Φιλιππο Β ΄και τον Μεγα Αλεξανδρο, βασιλειο της Σπαρτης , Βυζαντινη Αυτοκρατορια ).
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόσα πολλά ευρωπαϊκά έθνη — το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ισπανία, η Σουηδία, η Δανία, οι Κάτω Χώρες— εξακολουθούν να βασίζονται σε αυτό το μέγεθος ενότητας, δηλαδη την μοναρχια. Όχι λόγω λαογραφίας, αλλά επειδή γνωρίζουν ότι η σταθερότητα δεν διατάσσεται,δεν επιβαλλεται: είναι ενσαρκωμένη.
ΙΙΙ. Η Εθνική ενότητα χρειάζεται διαιτητή όχι ανταγωνιστή.
Στα εκλογικά καθεστώτα  που ο αρχηγος του κρατους αναδεικνυεται απο τους νικητες μιας ευκαιριακης πλειοψηφιας , ο αρχηγός κράτους είναι απαραίτητα ο νικητής (το μισο εθνος νικητές και το αλλο μισο εθνος νικημενοι).
Κουβαλάει το βαρος της  μισής χώρας που δεν τον ψήφισε.
Είναι φυσικά ηθοποιός παιχνιδιού.
Η μοναρχία, ομως  προτείνει κάτι άλλο:
διαιτητή , όχι παίκτη, σύμβολο, όχι στρατιωτακι, πατέρα του έθνους, όχι ηγέτη στρατοπέδου. Αυτή η διάκριση αλλάζει το παιχνίδι.
Επιτρέπει την ειρήνη της πολιτικής, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, υπενθυμίζει ότι η Ελλαδα δεν είναι αγορά απόψεων αλλά ιστορική κοινότητα.
IV. Εθνική ενότητα: πίστη όχι ομοιομορφία.
Η μοναδικότητα δεν σήμαινε ποτέ την εξάλειψη των διαφορών
Το Βασιλειο της Ελλαδος ήταν πάντα μια χώρα επαρχιών, γλωσσών, εθίμων, τοπικών ελευθεριών. Η ενότητα είναι από ψηλά, όχι για να συντρίβεις αλλά για να συγκεντρώνεσαι.
Ακόμα και σήμερα, η μοναρχική ιδέα μας υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν είναι συγχώνευση, αλλά αρμονία.
Δεν είναι μια αναγκαστική συναίνεση, αλλά μια κοινή πίστη σε κάτι που ξεπερνά τους πάντες.
V. Τι μπορεί ακόμα να προσφέρει η μοναρχία στη Ελλαδα.
Όχι, δεν είναι πρόγραμμα. Όχι ιδεολογία.
Αλλά κάθετη διαχρονικη  σταθερότητα, μνήμη, ενσάρκωση.
Σε μια διασπασμένη χώρα, όπου οι θεσμοί αγωνίζονται να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη, η μοναρχία θυμάται μια απλή αλήθεια:
ένας λαός συγκεντρώνεται πιο εύκολα γύρω από ένα σύμβολο παρά ένα σύνθημα.
Δεν είναι η μοναρχια  απάντηση σε όλα. Αλλά παραμένει μία από τις λίγες ικανες ιδέες  να δώσουν πίσω στη Ελλαδα ό,τι έχει χάσει: το αίσθημα ότι είναι ένα έθνος και όχι μια προσθήκη μοναξιάς.
 VI.Ενότητα ως κληρονομιά και ορίζοντας.
Η μοναρχία δεν είναι αρχαίο όνειρο.
Είναι ένα επίκαιρο ερώτημα: πώς μια χώρα μπορεί ακόμα να σταθεί, πώς μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της σε μια μορφη  που δεν διχάζει, πώς μπορεί να βρει την εσωτερική γαλήνη που ξεπερνά κάθε μεγαλείο. Η εθνική ενότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.
Και η μοναρχία, είτε μας αρέσει είτε τη συζητάμε, παραμένει ένας από τους τελευταίους θεσμούς που μπορούν να  φέρουν τη ενοτητα.

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

ΘΕΜΑ: ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ. 1917-1922. Η ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ.

ΓΕΝΙΚΑ.
Σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο 2193 του 1994 η 19η Μαΐου θεσπίστηκε ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Πόντος ένας τόπος ποτισμένος από Ελληνικό αίμα και θυσίες, όπου ο Ελληνισμός μεγαλούργησε ως ελεύθερος, αντιστάθηκε γενναία ως απειλούμενος και επιβλήθηκε ως σκλαβωμένος στους διάφορους κατακτητές με τα έργα, τη δραστηριότητα και τον πολιτισμό του. Στον Πόντο, όπως και στην υπόλοιπη Μικρά Ασία ο Ελληνορθόδοξος πληθυσμός ξεκληρίστηκε με φωτιά και σίδερο και υπέστη απίστευτες δοκιμασίες, πριν οδηγηθεί στην αναγκαστική προσφυγιά.
Οι Έλληνες του Πόντου, όπως και όλοι οι χριστιανικοί πληθυσμοί, παραπλανήθηκαν από τις προθέσεις και τους σκοπούς των λεγόμενων << Νεοτούρκων >>, που επικράτησαν με την επανάστασή τους το 1908. Δυστυχώς οι μάσκες έπεσαν σύντομα και αντί των περίφημων διακηρύξεων περί << ισότητας, αδελφότητας και δικαιοσύνης >> το συνέδριο των Νεοτούρκων στη Θεσσαλονίκη το 1911 αποφάσισε την εξόντωση όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιώντας τη γνωστή μέθοδο, που προστάζει το κοράνι << Από το σπαθί στο σπαθί με το σπαθί >>. Από τις αρχές του 1914 άρχισε σταδιακά να υλοποιείται μια μεθοδική επιχείρηση εξαφάνισης του Ελληνικού και Αρμενικού στοιχείου της περιοχής. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης (1η Φάση 1914-1919) έλαβαν χώρα μαζικές εξορίες στο εσωτερικό της Ανατολίας και στις ερήμους της Συρίας, οι οποίες συνοδεύονταν από βιασμούς γυναικών, αυθαίρετες εκτελέσεις και στερήσεις νερού και τροφής μέχρι θανάτου, ομαδικές σφαγές και δολοφονίες Ελλήνων κάθε ηλικίας, στημένες δίκες, καταδίκες και εκτελέσεις αθώων και η κατάταξη των νέων στα γνωστά << Τάγματα Εργασίας >> (Αμελέ Ταμπουρού), στα οποία ο θάνατος ήταν βέβαιος, εάν δεν κατόρθωναν να λιποτακτήσουν.
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει η πιο άγρια φάση(2η 1919-1922) της Ποντιακής Γενοκτονίας από τις άτακτες ομάδες (Τσέτες), κάτω από τις οδηγίες Γερμανών και Ρώσων συμβούλων. Στις 29 Μαΐου ο Κεμάλ ανέθεσε στον περιβόητο αρχιλήσταρχο Τοπάλ Οσμάν τη διενέργεια επιχειρήσεων εξόντωσης του τοπικού πληθυσμού με εκτοπίσεις, σφαγές, δολοφονίες, βιασμούς, καταδίκες από τα λεγόμενα << Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας >>, πυρπολήσεις ιερών ναών και περιουσιών κ.α. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 τα θύματα των Ελλήνων του Πόντου ξεπέρασαν τις 200.000 και μερικοί μάλιστα υπολογίζουν αυτά σε 350.000 από το 1914 μέχρι το 1922.
Η ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.
Βασικό λάθος, κατά τους Έλληνες του Πόντου, του Πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελευθερίου Βενιζέλου υπήρξε η υποβάθμιση του Ποντιακού κινήματος, ενός δυναμικότατου Ελληνικού ένοπλου και πολιτικού κινήματος, το οποίο δρούσε στη Βόρεια Μικρά Ασία και απειλούσε άμεσα τις γραμμές εφοδιασμού των στρατευμάτων του Μουσταφά Κεμάλ. Οι ΄Έλληνες του Πόντου είχαν διατυπώσει από νωρίς το αίτημα δημιουργίας δεύτερου Ελληνικού κράτους στα Νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας, ως μοναδική δυνατότητα επιβίωσης του Ελληνισμού στη γενέθλια γη. Τον Οκτώβριο του 1917 ο Κ. Κωνσταντινίδης, ένας από τους ηγέτες του Ποντιακού κινήματος και Πρόεδρος της δυναμικής οργάνωσης της Μασσαλίας, είχε ενημερώσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στον Πόντο, όπου κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Τούρκοι είχαν προβεί σε γενοκτονία του Ελληνικού πληθυσμού, δρούσε ένα πολύ δυναμικό αντάρτικο Ελληνικό κίνημα, το οποίο αριθμούσε 18.000 άνδρες. Το αίτημα των Ποντίων ήταν η ενίσχυση των ανταρτών κατά το υπόδειγμα του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Βενιζέλος, παρότι αμφιταλαντεύτηκε, επέλεξε να αγνοήσει τα αιτήματα των Ποντίων. Ποίοι όμως ήταν οι λόγοι, που επηρέασαν την στάση αυτή του Βενιζέλου και δεν αγωνίστηκε, ούτε επιδίωξε καν την απόκτηση των κατοικημένων κατά πλειοψηφία από Έλληνες παραλίων της Μαύρης Θάλασσας; Γιατί η όλη στάση του ήταν χλιαρή και άτονη και έφθασε στο σημείο να υποστηρίξει στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το Δεκέμβριο του 1918 την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία; Κατά πολλούς ιστορικούς ερευνητές και αναλυτές η στάση του Βενιζέλου οφείλονταν στους παρακάτω λόγους:
1. Ο Βενιζέλος απέβλεπε κατά πρώτο στην προσάρτηση-κατοχύρωση των νησιών του Βόρειου Αιγαίου, της Ιωνίας, της Ανατολικής και Δυτικής Θράκης και της Βόρειας Ηπείρου. Στις βλέψεις αυτές ήδη πλην της προσάρτησης-κατοχύρωσης των νησιών του Βόρειου Αιγαίου είχε συναντήσει σοβαρές αντιδράσεις των Συμμάχων, τις οποίες με άπειρες δυσκολίες προσπαθούσε η Ελλάδα να εξουδετερώσει ή να παρακάμψει. Κατόπιν αυτού ο Βενιζέλος πίστευε ότι η προβολή της επίλυσης και του Ελληνικού Ποντιακού προβλήματος θα φαινόταν ότι υποστηρίζει ουτοπικές και υπερφίαλες αξιώσεις.
2. Η γεωγραφική θέση του Πόντου, μακράν των βάσεων του Ελληνικού Στρατού και του Πολεμικού Ναυτικού, καθιστούσε αδύνατη την αποστολή στρατευμάτων και την υποστήριξή τους στις επιχειρήσεις απελευθέρωσης και παγίωσης της τάξης, της ειρήνης και της ασφάλειας της περιοχής του Πόντου, ακόμα και εάν οι Σύμμαχοι επιδίκαζαν την περιοχή του Πόντου στην Ελλάδα. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι την ίδια χρονική περίοδο και αργότερα επιχειρούσαν στην Ιωνία Μονάδες του Ελληνικού Στρατού και βαθμηδόν η Στρατιά Μικράς Ασίας και άλλες Μονάδες για λόγους ασφαλείας στάθμευαν στη Δυτική και Ανατολική Θράκη. Η διασπορά των Μονάδων του Ελληνικού Στρατού σε τρεις περιοχές οπωσδήποτε θα επηρέαζε δυσμενώς την επιθετική ισχύ τους και ιδιαίτερα στην περιοχή του Πόντου, όπου ο Κεμάλ θα είχε τη δυνατότητα να τις προσβάλει και να τις καταστρέψει.
3. Ήδη είχαν αρχίσει Τουρκοσοβιετικές συνεννοήσεις και συμφωνίες, οι οποίες είχαν ενταθεί μετά τη συμμετοχή των Ελληνικών στρατευμάτων στην εκστρατεία κατά της Ουκρανίας. Αυτές δημιούργησαν μια νέα τάξη πραγμάτων στην περιοχή της Ανατολικής Μικράς Ασίας, του Πόντου, του Καυκάσου και της Περσίας και προξένησαν ανησυχίες στις Δυτικές Δυνάμεις, που ενδιαφέρονταν για την εκμετάλλευση των πετρελαιοφόρων περιοχών.
4. Τα γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά συμφέροντα λοιπόν των Δυτικών Συμμάχων και της Σοβιετικής Ένωσης δεν θα επέτρεπαν τη δημιουργία ανεξαρτήτου Ελληνικού κράτους στην περιοχή του Πόντου, γεγονός που προβλημάτιζε και ανησυχούσε τον Βενιζέλο στο Ποντιακό κίνημα.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ.
Η στάση αυτή του Ελευθερίου Βενιζέλου εξόργισε τους Έλληνες του Πόντου και τις Ποντιακές οργανώσεις, οι οποίες με επικεφαλής το Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο προσπάθησαν να παρέμβουν αυτοτελώς στις Συνδιασκέψεις Ειρήνης προωθώντας το αίτημα δημιουργίας Ελληνικού Κράτους στον Πόντο. Ο Βενιζέλος συνέχισε την πολιτική του και στις 4 Φεβρουαρίου 1919 δήλωσε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ουίλσον ότι, παρότι οι Έλληνες του Πόντου επιδίωκαν την ανεξαρτησία, αυτός αντιτάχθηκε απόλυτα. Σε συνέντευξή του δε στην εφημερίδα Sunday Times δήλωσε ότι δέχεται να συμπεριληφθεί ο Πόντος στην Αρμενία.
Στις 30 Ιουνίου 1919 ο Μητροπολίτης Χρύσανθος με υπόμνημά του προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό ζήτησε ενίσχυση του Ποντιακού κινήματος. Η γενικότερη όμως στάση των Συμμάχων ήταν αρνητική. Σε έγγραφο του Τουρκικού Υπουργείου Εσωτερικών της ίδιας περιόδου γράφονταν μεταξύ των άλλων ανακριβειών για αποστολή Αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, ειδών οπλισμού και πυρομαχικών, εφοδίων και υλικών για την ενίσχυση του αγώνα των Ποντίων ανταρτών και η ανάγκη υποβολής διαβημάτων στους αντιπροσώπους των Συμμάχων, ώστε να αποτρέψουν τις ενέργειες της Ελλάδας.
Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των Ποντιακών οργανώσεων και το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας κατακλύστηκε από τηλεγραφήματα τους από χώρες της Ευρώπης, Αμερικής, Ασίας και Αφρικής, με τα οποία κατήγγειλαν << την προβαλλομένην ιδέαν καθ΄ ην η πατρίς ημών φέρεται περιλαμβανομένη εντός μέλλοντος αρμενικού κράτους >>. Οι αντιδράσεις αυτές επηρέασαν την πολιτική της κυβέρνησης. Απεστάλησαν στον Πόντο και στον Καύκασο ο Συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο πολιτικός εκπρόσωπος της κυβέρνησης Ι. Σταυριδάκης για να εκτιμήσουν την όλη κατάσταση. Ο Βενιζέλος φάνηκε ότι αποδέχθηκε τη συγκρότηση ειδικού Ποντιακού Σώματος στον Ελληνικό Στρατό, ώστε αργότερα να μεταφερθεί στον Πόντο για επιχειρήσεις. Όμως ακόμα και τότε ήταν ορατή η αποστασιοποίηση του Βενιζέλου από το Ποντιακό Ζήτημα, το οποίο δεν ενέτασσε στα ευρύτερα εθνικά σχέδια.
Οι Πόντιοι συνέχισαν να επιζητούν τη βοήθεια της Ελλάδας και να απαιτούν την αποστολή Εκστρατευτικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού. Είχαν μάλιστα συγκεντρώσει και τους απαιτούμενους πόρους για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης. Βασικό τους επιχείρημα ήταν ότι οι Ποντιακές ανταρτικές δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να αποκόψουν τις γραμμές εφοδιασμού των Κεμαλικών στρατευμάτων από τη Σοβιετική Ένωση σε είδη οπλισμού, πυρομαχικών, υλικών και εφοδίων, απαραίτητων για τις επιχειρήσεις τους κατά της Στρατιάς Μικράς Ασίας.
Οι Πόντιοι αντάρτες ζητούσαν συνεχώς ενίσχυση από την Ελληνική Κυβέρνηση. Οι εκκλήσεις τους όμως για στρατιωτική βοήθεια έμειναν αναπάντητες. Σε επιστολή τους τον Αύγουστο του 1919 ανέφεραν τους αγώνες τους στην περιοχή του Πόντου και τις ανάγκες σε είδη οπλισμού, πυρομαχικά, στολές, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα, υγειονομικό υλικό και δήλωναν ότι θα κάλυπταν οι ίδιοι τις δαπάνες. Δυστυχώς το Ελληνικό κράτος δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη δυναμική του αγώνα των Ποντίων. Καμιά βοήθεια δεν αποστέλλονταν στους Έλληνες αντάρτες του Πόντου, τη στιγμή κατά την οποία ο Κεμάλ είχε προωθήσει στην περιοχή την 3η Στρατιά του Τουρκικού Στρατού. Στον Πειραιά φορτώθηκε ένα πλοίο με είδη οπλισμού και πυρομαχικών για να τα μεταφέρει στην Αμισό, αλλά όμως ποτέ δεν έφθασε. Την εγατάλειψη αυτή οι Πόντιοι αποτύπωναν στα τραγούδια τους:
Στα βουνά της Πάφρας
οι πληγωμένοι είναι πολλοί.
Μην έρθεις γιατρέ, μην έρθεις,
δεν υπάρχει ελπίδα να σωθούν.
Εκτός από το Θεό
δεν έχουν κανέναν άλλο προστάτη.
Το Νοέμβριο του 1919 οι Βρετανοί απέρριψαν σχέδιο αποστολής του Ποντιακού τμήματος του Ελληνικού Στρατού στο Βατούμ και συγκρότησης επί τόπου Ποντιακού Στρατού. Ο Βενιζέλος με αφορμή την άρνηση των Βρετανών επανήλθε στις απορριπτικές του θέσεις και επανατοποθέτησε το Ποντιακό Ζήτημα στα πλαίσια του Αρμενικού. Η στάση αυτή προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Εθνοσυνέλευσης του Πόντου, ενώ ο Μητροπολίτης Χρύσανθος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο << απληροφόρητο στο ζήτημα του Πόντου.>> Το καλοκαίρι του 1920 ο Βενιζέλος έλαβε τις εκθέσεις των Καθενιώτη και Σταυριδάκη, με τις οποίες του εισηγούνταν να αποδεχθεί αμέσως τα αιτήματα των Ποντίων. Ο Βενιζέλος άλλαξε για άλλη μια φορά στάση και ανακοίνωσε στον Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιδ Τζόρτζ το σχέδιό του για επέμβαση στον Πόντο με στόχο τη δημιουργία εκεί Ελληνικού Κράτους. Ήταν όμως πολύ αργά, γιατί στην Ελλάδα ήδη είχε αρχίσει η προεκλογική περίοδος. Οι Πόντιοι υπέβαλαν τα αιτήματά τους για ενίσχυση του κινήματός των και στη νέα κυβέρνηση, που σχηματίσθηκε μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, που επανήλθε στο θρόνο του, μετά από το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου του 1920, και η νέα Κυβέρνηση έδωσαν προτεραιότητα στην Ιωνία και δευτερευόντως στη Θράκη. Έτσι ο Ελληνισμός του Πόντου δεν αντιμετωπίστηκε πια ως << Ελλάδα >> και η αλυτρωτική ιδεολογία, που ήταν η κινητήρια δύναμη μέχρι εκείνη τη στιγμή του Ποντιακού Κινήματος αντικαταστάθηκε από μια καθαρά στρατιωτική αντίληψη.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ.
Η επάνοδος του Βασιλέως Κωνσταντίνου στο θρόνο επιδείνωσε τη στάση των Συμμάχων απέναντι στα συμφέροντα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία και κατέστησε απαγορευτική κάθε προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους στην περιοχή του Πόντου. Οι επιχειρήσεις της Στρατιάς στη Μικρά Ασία κατά το 1921 και η επελθούσα Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, αποτέλεσαν τη ταφόπετρα του Ποντιακού Κινήματος για δημιουργία ανεξαρτήτου Ελληνικού Κράτους στην περιοχή του Πόντου. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ένα μέρος των Ελλήνων του Πόντου εγκατέλειψε τη γενέθλια γη για τη Σοβιετική Ένωση και το υπόλοιπο με τη Συνθήκη της Λωζάννης ακολούθησε το δρόμο της προσφυγιάς προς την Ελλάδα, όπου και εγκαταστάθηκε στη Βόρεια Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία.
ΠΗΓΕΣ.
1. Εκστρατεία στη Μικρά Ασία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.
2. Πως φθάσαμε στις αλησμόνητες πατρίδες των Ν. Μουτσόπουλου, Κ. Βακαλόπουλου και Α. Κεσόπουλου.
3. Έτσι χάσαμε τη Μικρασία του Φάνη Κλεάνθη.
Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Πατιαλιάκας.
Δείτε λιγότερα

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Αφιέρωμα στην Βασίλισσα των Ελλήνων Όλγα 30-4-2026

 ΥΠΟΤΡΟΦΙΕΣ  ΠΟΥ ΕΔΙΝΕ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΗΣ  ΤΑΜΕΙΟ

.
ΣΧΟΛΗ ΝΟΣΟΚΟΜΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ  ΦΥΛΛΑΔΙΩΝ 
.
ΑΡΣΑΚΕΙΟ
.
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
.
Η  ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
.
ΕΔΩ   ΟΛΟΚΛΗΡΗ  Η  ΕΚΔΗΛΩΣΗ