ΒΑΣΙΛΕΙΑ - ΕΘΝΑΡΧΙΑ

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Β ΄ ΑΔΙΚΑ ΕΧΑΣΕ ΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ . ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΟΜΩΣ ΠΑΝΤΟΤΕ Ο ΗΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΕΘΝΑΡΧΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ.ΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΡΑΤΗ Η ΡΩΜΕΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

KING CONSTANTINE ΙΙ EXTRACTED OF HIS THRONE UNFAIRLY . BUT ALWAYS REMAIN THE NATIONAL LEADER. THE NATIONAL ROLE OF THE KING IS INDEPENDENT FROM THE HEAD OF THE STATE. KING IS ALWAYS THE FATHER OF THE NATION. WITH MONARCHY BECOME VISIONABLE THE ROMAN FOLLOWING OF THE GREEK NATION.

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΘΥΡΕΟΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ   ΘΥΡΕΟΣ
ΙΣΧΥΣ ΜΟΥ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καποδιστριας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καποδιστριας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2022

Ανδρέας Μιαούλης: Ο «ατρομητότατος» ναυμάχος (1769-1835)

 Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου

Ο Ανδρέας Μιαούλης (1769-1835) ήταν και εξακολουθεί να είναι εκ των δημοφιλεστέρων αγωνιστών της Εθνεγερσίας. Αυτό γιατί οι πολλές νίκες των Ελλήνων στη θάλασσα αυτόν είχαν πρωταγωνιστή, μαζί με τους Κανάρη, Σαχτούρη και τους άλλους θαλασσινούς ήρωες. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θεωρεί ότι ήταν «ατρομητότατος των ανθρώπων, επιτείνων την αρετήν του ταύτην μέχρι των εσχάτων ορίων της φρονήσεως και της αφροσύνης» («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Εκδ. Οίκ. Ελευθερουδάκη, Εν Αθήναις, 1925, Τόμος στ΄, σελ. 86).

          Με την έναρξη της Επανάστασης ο Μιαούλης ορίστηκε επικεφαλής του Υδραίικου στόλου, αλλά στη συνέχεια και χωρίς κάποιο διορισμό αναδείχθηκε ηγέτης και των πλοίων από τις Σπέτσες και τα Ψαρά. Διορισμό κανονικό  ναυάρχου του Ελληνικού Στόλου έλαβε από τον Καποδίστρια, αφού ο Κυβερνήτης νωρίτερα είχε με διπλωματικό τρόπο απομακρύνει από τη θέση αυτή τον αδρά αμειβόμενο άγγλο ναύαρχο Κόχραν. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ο Μιαούλης κυριευθείς από τα πάθη του πείσματος, της εμπαθείας και του θυμού πλήγωσε μέχρι θανάτου τον ευεργέτη του και βεβαίως την Ελλάδα, που έκανε τα πρώτα της βήματα ως ελεύθερη χώρα.

 Έχει υποστηριχθεί ότι από τη στιγμή που ο Μιαούλης εισήλθε στην επανάσταση ταυτίσθηκε με τον θαλασσινό αγώνα των Ελλήνων από το 1821 έως το 1827, γιατί με τα τρία του πλοία (Σημ. Είχαν τα ονόματα «Κίμων», «Άρης» και «Ηρακλής») δεν έχασε ούτε μία ναυμαχία, από τις σημαντικές, έως τις μικρότερης σημασίας επιχειρήσεις και έως την κυρίευση φρουρίων και το σπάσιμο του από θαλάσσης οσμανικού αποκλεισμού στο Μεσολόγγι. Όπως γράφει ο Αντώνιος Σαχίνης είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς όλες τις ναυμαχίες στις οποίες συμμετέσχε, γιατί είναι η πλήρης ιστορία των ελληνικών ναυμαχιών. («Σύντομος βιογραφία του Ναυάρχου Ανδρέου Δ. Μιαούλη», Ναύπλιο, 1882, σελ. 30). Οι περισσότερες από τις ναυμαχίες είχαν νικηφόρο αποτέλεσμα για τους Έλληνες. Μεταξύ αυτών της Πάτρας (20/2/1822), των Σπετσών (8/9/1822) και του κόλπου του Γέροντα (29/8/1824).

Είναι στενόχωρο να γραφτεί κάτι το αρνητικό για έναν θρύλο της Επανάστασης, όταν μάλιστα έχει επαινεθεί από πολλούς, έλληνες και ξένους, που τον γνώρισαν και όταν η επέτειος του θανάτου του, η 24η Ιουνίου, έχει οριστεί ως η τοπική εθνική εορτή, με το όνομα Μιαούλεια, της ιδιαίτερης πατρίδας του της Ύδρας. Τα γεγονότα της αρχικής αντίδρασής του έναντι της Επανάστασης, της στάσης του έναντι του Αντώνη Οικονόμου, πρωτεργάτη της Επανάστασης στην Ύδρα κατά των Οσμανίδων, της ενεργού συμμετοχής του στον διχαστικό πόλεμο των Ελλήνων, της φυλάκισης του Θεοδ. Κολοκοτρών, του περιορισμού σε πλοίο του συναγωνιστού του Κων. Κανάρη, κυρίως της ανατίναξης πλοίων του Ελληνικού Στόλου στον Πόρο και της ανταρσίας κατά της υπό τον Ιωαν. Καποδίστρια νόμιμης κυβέρνησης αποσιωπώνται ή, ακόμα χειρότερα, δικαιολογούνται.

Τα λάθη πάντως του Μιαούλη δεν μειώνουν την αποφασιστική συμμετοχή του στον Αγώνα των Ελλήνων για Ελευθερία και την ευσέβεια του. Ο Κων. Παπαρρηγόπουλος απαντά  με την ιστορία του στα λεγόμενα ότι ο ήρωας δεν ευλαβείτο τον Θεό. Όπως γράφει, στον Γ΄ Τόμο των Αρχείων Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτη 1821 – 1832 και στη σελίδα 232 υπάρχει επιστολή του Μιαούλη προς τον τότε αρχηγό της Κυβέρνησης Γεώργιο Κουντουριώτη. Σε αυτήν αναφέρει ότι οι εχθροί ηττήθηκαν και καταισχύνθηκαν γιατί « ο έφορος της Ελλάδος Θεός ενέπνευσεν εις τας καρδίας των άκραν δειλίαν και φόβον... Ελπίζω εντός ολίγου με την βοήθειαν του τιμίου Σταυρού και των θεοπειθών της πατρίδος ευχών να σας χαροποιήσω...». (Αυτ. σελ. 85).

Ο Παπαρρηγόπουλος συνεχίζει τονίζοντας ότι σε καμία σχεδόν των πολλών επιστολών που απέστειλε ο Μιαούλης δεν λείπει η μνεία «του τιμίου Σταυρού» και «του παναγάθου Θεού». Ο ιστορικός μας δίδει και παραδείγματα. Σε έκθεσή του από τον κόλπο του Γέροντα (30 Αυγούστου 1824) γράφει: «Ελπίζομεν εις την βοήθειαν του Θεού και εις το έλεος της αγαθότητός Του ότι ο εχθρός δεν θέλει βραδύνει να ομολογήση ότι ο Θεός μεθ΄ ημών και ουδείς δύναται αντιστήναι εις τον δυνατόν βραχίονά Του».

Ως κορωνίδα της προς τον Θεό ευσεβείας του Μιαούλη ο Παπαρρηγόπουλος αναφέρει άλλη επιστολή του προς τον Γ. Κουντουριώτη, στην οποία τονίζει μεταξύ άλλων αυτός να συνεργήσει να γίνουν οι προς τον Κύριο ικεσίες « δια τας αμαρτίας και εμού του αναξίου και όλου του χριστεπωνύμου λαού, τον οποίον τω ιδίω Αυτού αίματι εξηγόρασεν από τας χείρας του νοητού διαβόλου, όπως συνοδευούσης της θείας Αυτού αγαθότητος ενισχυθώσιν από την παντοδύναμον χάριν Του οι βραχίονες των Ελλήνων και ούτω κατατροπώσαντες δια του επί της ελληνικής σημαίας τιμίου  Σταυρού και τους αισθητούς εχθρούς τούτους αυτούς μεν υποχρεώσωμεν και άπαντας να ομολογώσι και να κηρύττωσι “Μέγας ο Θεός και η πίστις των χριστιανών”, ημείς δε δοξολογούντες να ψάλλωμεν το του Προφητάνακτος “Η δεξιά Σου, Κύριε, δεδόξαστε”». (Αυτ. σελ. 86).

Ένα ιστορικό ερώτημα είναι αν ο Μιαούλης μετάνιωσε για την πράξη του να κάψει πλοία του στόλου, που δεν ανήκαν στον Κυβερνήτη αλλά στο Έθνος  και που με αίμα είχαν αγοραστεί και συντηρούντο. Επίσης αν παραδέχθηκε ότι ο Μαυροκορδάτος βρισκόταν πίσω από το ανοσιούργημα. Για τον εμπρησμό ο Νικόλαος Δραγούμης γράφει ότι ο Μιαούλης το 1833 και βλέποντας ψύχραιμα το γεγονός είπε στον Σπ. Τρικούπη: « Αν σε είχα σιμά μου εις τον Πόρον να με συμβουλεύσεις όταν αποφάσισα να καύσω την φρεγάδα, δεν θα την έκαια». Ο Δραγούμης σημειώνει ότι ο Τρικούπης του είχε πολλές φορές επαναλάβει ότι ο Μιαούλης είχε μετανοήσει για τον εμπρησμό. (Ν. Δραγούμη «Ιστορικαί αναμνήσεις», τ. Α΄, σελ. 193 και Ντίνας Αδαμοπούλου και Αννίτας Πρασσά «Ανδρέας Μιαούλης», Ειδ. Έκδ. για εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 2η έκδοση, σελ., 105). Ο Μιαούλης απάλλαξε τον Μαυροκορδάτο από τις κατηγορίες για τον εμπρησμό, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη.

Λίγο πριν από το θάνατό του έγραψε στη διαθήκη του: «Εγώ ο Ανδρέας Μιαούλης έχων σώας τας φρένας μου πρώτον μεν συστήνω την ψυχήν μου εις τον παντοδύναμον Θεόν και εις όλους τους αγίους δια να με παρασταθώσιν εν ώρα θανάτου». Στα τελευταία του και στο επί της οδού Αιόλου σπίτι του τον επισκέφθηκε δύο φορές ο βασιλιάς Όθωνας. Στη δεύτερη του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Η κηδεία του  ήταν πάνδημη και με όλες τις στρατιωτικές τιμές. Ετάφη στον Πειραιά, στη σημερινή ακτή Μιαούλη, και η καρδιά του ταριχεύθηκε και βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο Μουσείο της Ύδρας. Τελικά στην ψυχή του λαού η προσφορά του στον Αγώνα μέτρησε πολύ περισσότερο από τα όποια σφάλματα ή τις αδυναμίες του.-

https://www.istorikathemata.com/2022/06/1769-1835.html

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΛΕΟΠΟΛΔΟ

 

Της Μαρίας – Ελένης Κασαπάκη,

Μετά την εκλογή του ως Κυβερνήτη του Νέου Ελληνικού Κράτους στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ο Ιωάννης Καποδίστριας κατέφθασε στην Ελλάδα με πρωταρχικό μέλημα την ανεξαρτησία και τον καθορισμό των συνόρων της χώρας. Αφού προηγήθηκαν επίπονες διπλωματικές διεργασίες, στις 3 Φεβρουαρίου 1830 υπογράφηκε στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο Ανεξαρτησίας της Ελλάδας μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία, Ρωσία, Γαλλία), μέσω του οποίου αναγνωριζόταν η αυτονομία του Ελληνικού Κράτους, το οποίο απαλλασσόταν από οποιαδήποτε σχέση υποτέλειας προς την Οθωμανική Πύλη. Το όνειρο της ελευθερίας των Ελλήνων είχε εκπληρωθεί, ωστόσο η συμφωνία περιλάμβανε κάποιους όρους.

Αρχικά, η συνθήκη όριζε, μεταξύ άλλων, ότι η Ελληνική Κυβέρνηση θα ήταν μοναρχική και κληρονομική κατά τάξη πρωτοτοκίας, ενώ «Ηγεμών Κυριάρχης της Ελλάδος» θα εκλεγόταν κατόπιν συμφωνίας κάποιος γόνος βασιλικής οικογένειας που δεν ανήκε στις χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λονδίνου (1827). Το ζήτημα της επιλογής του ηγεμόνα της Ελλάδας απασχολούσε από το 1825 τους στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες του Ναυπλίου. Καθεμία από τις Δυνάμεις, που υπέγραψαν το Πρωτόκολλο, είχε τη δυνατότητα να προτείνει έναν με δύο υποψήφιους. Οι Γάλλοι θεώρησαν ότι ο πρίγκιπας Κάρολος της Βαυαρίας και ο Ιωάννης της Σαξονίας ήταν κατάλληλες επιλογές, οι Βρετανοί πρότειναν τον Φίλιππο του Έσσεν, ενώ οι Ρώσοι τον Βερνάρδο της Βαϊμάρης.

Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη αναπτύξει επαφές μέσω του Άγγλου πολιτικού Τζωρτζ Κάνινγκ με τον πρίγκιπα της Σαξονίας-Κόμπουρκ, Λεοπόλδο, γιο του δούκα Φραγκίσκου της Σαξονίας-Κόμπουρκ-Ζάαλφελτ. Ο Λεοπόλδος είχε παντρευτεί την Καρλόττα, κόρη του Γεωργίου Δ΄ της Βρετανίας, όμως, καθώς η πριγκίπισσα είχε πεθάνει, ο ίδιος δεν αποτελούσε πλέον μέλος της βρετανικής βασιλικής οικογένειας και ήταν δυνατόν να εκλεγεί. Οι Μεγάλες Δυνάμεις κατέληξαν στον Λεοπόλδο, αφού απέκλεισαν όλους τους υπόλοιπους υποψηφίους. Η επιλογή του έγινε δεκτή από τον Ιωάννη Καποδίστρια χωρίς ενδοιασμούς, καθώς είχε προσωπική γνωριμία μαζί του λόγω της παραμονής τους στη Γενεύη. Έτσι, εξελέγη ομόφωνα Ηγεμόνας της Ελλάδας.

Ο Λεοπόλδος, λόγω της επαφής του με τον Καποδίστρια και γνωρίζοντας την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να του παραχωρήσει τον ελληνικό θρόνο, είχε ήδη αρχίσει να καλλιεργεί στο μυαλό του την προοπτική της ανάληψης των βασιλικών καθηκόντων της χώρας. Αποδέχτηκε την πρόταση ανάληψης της ηγεσίας του θρόνου, όμως γρήγορα συνειδητοποίησε ότι το έργο του θα ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο, ίσως μάλιστα πολύ πιο απαιτητικό από ό,τι φανταζόταν. Καταρχάς, ένας από τους όρους του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου είχε προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στους Έλληνες. Η συμφωνία προέβλεπε ότι δεν θα εντάσσονταν στην επικράτεια του Ελληνικού Κράτους τα νησιά της Κρήτης και της Σάμου, αλλά θα παρέμεναν υπό οθωμανική κατοχή. Ο Καποδίστριας, στον οποίο είχε μεγάλη εμπιστοσύνη και πάντα επιζητούσε την καθοδήγησή του, τον προέτρεπε σθεναρά να διεκδικήσει τις δύο νήσους για την ευημερία και το συμφέρον της Ελλάδας. Μια ακόμη δυσκολία, με την οποία επρόκειτο να έρθει αντιμέτωπος ο Λεοπόλδος, ήταν ότι οι Έλληνες βρίσκονταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και ήταν ψυχικά και πνευματικά εξουθενωμένοι από τον δεκαετή επαναστατικό Αγώνα. Παράλληλα, ο εσωτερικός διχασμός και οι ταραχές ανάμεσά τους δεν είχαν υποχωρήσει. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, θεωρούσαν ότι ο ίδιος ο ελληνικός λαός έπρεπε να επιλέξει τον μονάρχη του και αυτό προβλημάτισε αρκετά τον πρίγκιπα της Σαξονίας.

Την ίδια περίοδο, ο Λεοπόλδος κλήθηκε στο Λονδίνο από τη βρετανική βασιλική οικογένεια λόγω της επιδείνωσης της υγείας του βασιλιά Γεωργίου Δ΄. Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με την πίεση του ανώτατου συμβουλίου για το ελληνικό ζήτημα, να μην τροποποιηθούν οι διατάξεις της συμφωνίας, όπως είχε υποδείξει ο Καποδίστριας. Εκείνος απάντησε, ότι, αν το συμβούλιο δεν προχωρούσε σε νέες αποφάσεις, θα υπέβαλε την παραίτησή του, γεγονός που είχε γνωστοποιήσει ήδη και στον Καποδίστρια. Ωστόσο, οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων δεν πτοήθηκαν από αυτή την απειλή και συνέχισαν να εμμένουν στις θέσεις τους. Ο Λεοπόλδος αντιλαμβανόμενος ότι δεν επρόκειτο ούτε ο ίδιος να λάβει βοήθεια στο εξαιρετικά δυσχερές έργο του, αλλά ούτε και οι εξαθλιωμένοι Έλληνες, έλαβε την τελική του απόφαση. Την 1η Ιουνίου 1830, ανακοίνωσε στον Ιωάννη Καποδίστρια μέσω επιστολής την παραίτησή του και τους λόγους αυτής σημειώνοντας ότι «ἤδη μὲ μένει ἡ παρηγορία ὅτι πιστῶς καὶ μὲ καθαράν συνείδησιν ὑπεράσπισα τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, κατόρθωσα νὰ ἀπολαύση διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς 20ης Φεβρουαρίου πραγματικάς καὶ οὐσιώδεις ὠφέλειας τὰς ὁποίας δὲν τὴν έδιδε παντελῶς τὸ Πρωτόκολλον τῆς 3ης».

Την επόμενη χρονιά, το νεοσύστατο κράτος του Βελγίου, που ανεξαρτητοποιήθηκε από την Ολλανδία τον Οκτώβριο του 1830, πρόσφερε τον θρόνο στον Λεοπόλδο και εκείνος τον αποδέχτηκε. Ως βασιλιάς παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Λουίζα της Ορλεάνης και παρέμεινε στην εξουσία για 34 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του, το 1865. Με απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων, το 1832, ορίστηκε μονάρχης των Ελλήνων ο Βαυαρός πρίγκιπας Όθωνας σε ηλικία μόλις 17 ετών.

Η παραίτηση του Λεοπόλδου σε συνδυασμό με την αναβλητική πολιτική του Καποδίστρια οδήγησε σε νέα Διάσκεψη τον Ιούλιο του 1831 που πρότεινε στην Τουρκία την επέκταση των συνόρων στη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Η Τουρκία αναγκάστηκε να αποδεχθεί τους όρους και τελικά υπογράφηκε νέο πρωτόκολλο (14/ 26 Σεπτεμβρίου 1831). Δυστυχώς όμως ο Καποδίστριας δολοφονείται λίγες μέρες αργότερα (27 Σεπτεμβρίου/ 9 Οκτωβρίου 1831) , χωρίς να προλάβει να δει τα θετικά αποτελέσματα της πολιτικής του.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια με το πρωτόκολλο της 1/ 13 Φεβρουαρίου 1832 και την συνθήκη της 25 Απριλίου/7 Μαΐου 1832 αναγνωριζόταν – μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου – ως βασιλεύς, πλέον, της Ελλάδος ο πρίγκιψ Όθων της Βαυαρίας. Ο σουλτάνος συμφώνησε , μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, με την υπογραφή στις 9/ 21 Ιουλίου 1832 της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως που προέβλεπε την ανεξαρτησία της Ελλάδος και τα διευρυμένα σύνορα Παγασητικού-Αμβρακικού (ενω το αρχικο Πρωτοκολλο καθοριζε τα συνορα στην γραμμη Αχελλωου - Σπερχειου, η απροθυμια του Λεοπολδου να δεχθει το αρχικο Πρωτοκολλο συνέβαλλε στην επεκταση των συνορων απο τον Αχελλωο ποταμο στον Παγασητικο κολπο).

Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1828-1829) και συνθήκη της Ανδριανούπολης (14-09-1829)

ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΡΙΚΗ ΡΩΣΙΑ

Μετά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο που έληξε με ήττα της Τουρκίας, η Ρωσία  αναγκάζει την Τουρκια να υπογράψει τη Συνθήκη της Αδριανούπολης (14 Σεπτεμβρίου 1829) και με το άρθρο 10 αποδεχόταν:

α. τη συνθήκη της 6ης Ιουλίου 1827 και

β. το πρωτόκολλο του Μαρτίου 1829 που όριζε τη συνοριακή γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού

https://www.offlinepost.gr/2021/06/02/h-arnhsh-tou-thronou-ths-elladas-apo-ton-leopoldo-a/

Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

 kapodistrias
Πολλάκις έχει υποστηριχθεί από σύγχρονους αντιβασιλικούς ιστορικούς και συνταγματολόγους, η άποψη ότι η νεοσύστατη και αναγεννημένη Ελλάς, κατά την Επανάσταση του 1821, ιδρύθηκε αρχικώς ως αβασίλευτο πολίτευμα ή αβασίλευτη δημοκρατία, δυνάμει των πρώτων επαναστατικών συνταγμάτων των ελληνικών Εθνοσυνελεύσεων και ότι μόνον εκ των υστέρων της επιβλήθηκε από τις ξένες μεγάλες δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ένας ξένος μονάρχης, ο Όθων της Βαυαρίας. Αρκετά χρόνια πριν, άκουγα από τηλεοράσεως μακαρίτη πλέον, διαπρεπή Έλληνα νομικό, πανεπιστημιακό και πολιτικό να υποστηρίζει σθεναρά την άποψη αυτή. Μάλιστα πολλοί εξ όσων ενστερνίζονται αυτή την άποψη, αποκαλούν το τωρινό πολίτευμα της χώρας ως Γ’ Ελληνική (Αβασίλευτη) Δημοκρατία, αποτελούσα συνέχεια δηλαδή της υποτιθέμενης Α’ Ελληνικής (Αβασίλευτης) Δημοκρατίας (1821 – 1832) και της αποκαλούμενης Β’ Ελληνικής (Αβασίλευτης) Δημοκρατίας (1924 – 1935). Ας δούμε όμως από κριτική ιστορική και νομική σκοπιά, το κατά πόσο ευσταθεί αυτή η άποψη.
Μελετώντας προσεκτικά τα επαναστατικά συνταγματικά κείμενα, παρατηρούμε ότι μεταξύ των πρώιμων “Συνταγμάτων” της Επανάστασης ιδιάζουσα και ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η “Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος” ή “Οργανισμός του Αρείου Πάγου, Γερουσίας της Ανατολικής Ελλάδος ”, συνταχθείσα υπό την καθοδήγηση του Φαναριώτη Φιλικού, πολιτικού και λογίου Θεόδωρου Νέγρη (Κωνσταντινούπολη, 1790 – Ναύπλιο, 22 Νοεμβρίου 1824) και ψηφισθείσα από την Τοπική Συνέλευση των Παραστατών της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, στα Σάλωνα (Άμφισσα) της Φωκίδος την 15η Νοεμβρίου 1821. Κι αυτό διότι αυτό το πρώιμο συνταγματικό κείμενο με τον σαφή μεγαλοϊδεατικό χαρακτήρα επηρέασε αποφασιστικώς και τις μεταγενέστερες Εθνικές Επαναστατικές Συνελεύσεις, οι οποίες την χρησιμοποίησαν ως πρότυπο. Άλλωστε ο δημιουργός της Νομικής Διάταξης, Θεόδωρος Νέγρης, μαζί με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ιταλό Φιλέλληνα, λόγιο και νομικό Βιντσέντσο Γκαλλίνα (Vincenzo Gallina), υπήρξε και συντάκτης του πρώτου Εθνικού Συντάγματος της Επιδαύρου, το οποίο ψηφίστηκε την 1η Ιανουαρίου 1822. Γι’ αυτό, όπως ορθώς υπεστήριξαν σε μελέτες τους οι Καθηγητές Νικόλαος Πανταζόπουλος και Απόστολος Δασκαλάκης, ο ψηφισθείς στα Σάλωνα Οργανισμός ή Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος έχει πράγματι πολιτειακό χαρακτήρα φιλελευθέρων αρχών και παρά τον αρχικό προορισμό του για την κάλυψη τοπικών αναγκών, μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος πολιτειακός οργανισμός του νεώτερου Ελληνισμού.

222222
Στον Πρόλογο της Νομικής Διατάξεως διαβάζουμε: “Κύριοι! Η Ελλάς έλαβε τα όπλα, δια να